ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΞΑΝΘΗΣ

       ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΕΩΡΙΟΥ                         

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

«Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ»

Στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ὁ Ἰουδαῖος ἄρχοντας, ἔχοντας τηρήσει ἀπό τήν νεότητα του ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Νόμου, ρωτᾶ τὸν Ἰησοῦ τί τοῦ μένει ἀκόμη γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν αἰωνιότητα. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι καταλυτική, γνωρίζοντας τί κρατᾶ συνήθως τόν ἄνθρωπο γερά δεμένο στήν γῆ: «Ἕνα ἀκόμη σοῦ λείπει. Πούλησε ὅλα ὅσα ἔχεις καὶ δῶσε τὰ χρήματα στοὺς φτωχούς, καί ἔτσι θά ἔχεις θησαυρό κοντά στόν Θεό, καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις».

Δέ χωράει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Ἰουδαῖος αὐτός ἄρχοντας ἦταν εὐσεβής ἄνθρωπος, ἐφόσον τήροῦσε τόν Νόμο καί εἶχε μέσα του τήν ἐπιθυμία τῆς τελειότητας. Ὁ λόγος ὅμως τῆς Π. Διαθήκης καταλήγει, ὁλοκληρώνεται καί κορυφώνεται στό Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτει τήν ἀπόλυτη ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο.

Ἡ ἀπαίτηση αὐτή δέν συνίσταται μόνο στὴν τήρηση κάποιων βασικῶν ἐντολῶν, ἀλλὰ τὴν πλήρη ἀποδέσμευση ὅλου τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ γήινα καὶ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεό. Ἡ στάση τοῦ Ἰουδαίου ποὺ λυπήθηκε βαθύτατα γιὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔφυγε μὴ μπορῶντας νὰ τὴν ἀκολουθήσει, δείχνει πόσο δύσκολο εἶναι νὰ δοθεῖ κανεὶς ὁλοκληρωτικὰ στὸ Θεό. Μαρτυρεῖ επίσης πόσο εὔκολο εἶναι νά δημιουργηθεῖ μιά ψεύτικη ἱκανοποίηση μέσα στή συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου, ἱκανοποίηση πού προέρχεται ἀπό τήν τήρηση ὁρισμένων, ἔστω βασικῶν ἐντολῶν.

Πιστεύει κανεὶς ὅτι ἐξόφλησε τοὺς λογαριασμούς του μὲ τὸν Θεὸ μὲ τὸ νὰ τηρήσει μερικὲς τυπικὲς διατάξεις. Ὅταν ὅμως καλεῖται νὰ διαλέξει ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ στὰ χρήματά του, δὲν θυσιάζει τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά, ἀποκαλύπτοντας ἔτσι ὅτι ἡ θρησκευτικότητά του καλύπτει μόνο ἕνα μέρος τῆς ζωῆς του καί ὄχι στό σύνολό της, καί ὄχι ὅλο τό βάθος της, ὅτι συνίσταται στήν ἀνώδυνη τήρηση τῶν ἐντολῶν καί ὄχι στήν ὀδυνηρή ὑποταγή τοῦ ὅλου ἀνθρώπου στήν ἀπόλυτη ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἰησοῦς δὲν κατηγορεῖ τὸν εὐσεβὴ συνομιλητή του Ἰουδαῖο γιὰ ὅ,τι ἔκανε, ἀλλὰ γιὰ ὅ,τι παρέλειψε νὰ κάνει. Βλέπει ὅτι ἡ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ δὲν περνάει μέσα ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν ἀδελφῶν καὶ δὲν συναντᾶται μὲ τοὺς δρόμους τῶν συνανθρώπων του. Βλέπει ὅτι ἡ θρησκευτικότητα του δέν συνδέεται ἄμεσα μέ τή ζωή του μέσα στήν κοινωνία, ὅτι ὁ δρόμος πού τόν φέρνει στόν Θεό δέν περνάει μέσα ἀπό τήν κοινωνία τῶν ἀδελφῶν καί δέν διασταυρώνεται μέ τούς δρόμους τῶν συναθρώπων του. Εἶναι ἕνας μονόδρομος πού ἐξασφαλίζει τήν ἱκανοποίηση μέσα στή δική του συνείδησή.

 

ΕΚ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ