ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΞΑΝΘΗΣ

            ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΕΩΡΙΟΥ                                         

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

«Ο ΦΩΤΟΔΟΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΣ»

Πρόκειται γιὰ ἕνα θαυμαστὸ γεγονός: Ἕνας ἐκ γενετῆς τυφλὸς ἀποκτᾶ, μὲ προσωπικὴ ἐπέμβαση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὴν ὅρασή του. Σ’ αὐτὸ ὅμως τὸ ἀντικειμενικὰ ἀναμφισβήτητο θαῦμα δὲν ἀντιδροῦν ὅλοι μὲ ὁμοιόμορφο τρόπο. Τὴ στάση τους χρωματίζει ἡ διάθεσή τους.

Παρὰ τὴ θρησκευτικὴ μόρφωση καὶ τὴν κοινωνική τους θέση οἱ φαρισαῖοι δείχνουν μιὰ φοβερὴ ἀνικανότητα νὰ δοῦν καὶ νὰ παραδεχθοῦν τὴν ἀλήθεια. Καμία ἀντικειμενικότητα στὴν κρίση τους. Ἡ ἐμπάθεια ἀχρηστεύει τὴν κριτική τους δύναμη. Κι ὁδηγεῖ σὲ μιὰ σειρὰ ἐξωφρενικῶν συλλογισμῶν καὶ ἐπιχειρημάτων.

Στὴν ἀρχὴ προσπαθοῦν νὰ ἀρνηθοῦν τὸ θαῦμα. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατό ἐπιχειροῦν νὰ διαστρεβλώσουν τὰ πράγματα. Ἀμέσως «διαπιστώνουν» παράβαση. Μιὰ κίνηση ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ, τὴν χαρακτηρίζουν «ἐργασία», παράβαση τοῦ Νόμου.

Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θαῦμα εἶχαν σηκώσει πέτρες νὰ λιθοβολήσουν τὸ Χριστό∙ καὶ τώρα τὸν κατηγοροῦσαν ὅτι παραβίασε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου, γιατί, τάχα, ἔφτιαξε λίγο πηλὸ καὶ θεράπευσε τὸν τυφλό. Κατόπιν, καλοῦν τοὺς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, τοὺς ρωτοῦν καὶ τοὺς ξαναρωτοῦν, ἐλπίζοντας νὰ θηρεύσουν κάτι καὶ νὰ στηρίξουν τὴν ἄρνησή τους.

Μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴν ἐχθρότητα τῶν ἰσχυρῶν καὶ τὴν ἐπιμονή τους νὰ λένε τὸ ἄσπρο μαῦρο καὶ τὴ μέρα νύχτα, οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ δειλιάζουν. Δὲν ἔχουν τό σθένος νὰ μπλέξουν μὲ τοὺς ἄρχοντες. Βλέποντας ὅτι βρίσκονται σὲ περιβάλλον ἐχθρικό, προσπαθοῦν νὰ ξεφύγουν. Καὶ γιὰ νὰ παρακάμψουν τὴ δυσκολία, ἀρνοῦνται νὰ πάρουν θέση στὸ θέμα ποὺ ἔχει τεθεῖ σχετικὰ μὲ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ θαύματος. Κατόπιν καταφεύγουν σὲ μιὰ ὑπεκφυγὴ γιὰ νὰ μετατοπίσουν τὴ εὐθύνη. «Ἡλικία ἔχει, ρωτῆστε τον».

Ἡ γενναία ὅμως στάση τοῦ πρώην τυφλοῦ δὲν ἔμεινε ἁπλῶς μιὰ ἔκφραση εὐγνωμοσύνης γιὰ ὅσα εἶχε δεχθεῖ ἀπὸ τὸ Χριστό. Ἀλλ’ ἔγινε ἀφετηρία οὐσιαστικότερης γνωριμίας τοῦ Κυρίου. Εἶναι ἀξιοπρόσεκτα τὰ σκαλοπάτια, τὰ ὁποῖα ἀνεβαίνει καθὼς ἐξελίσσεται ἡ σύγκρουσή του μὲ τοὺς φαρισαίους. Τὴν πρώτη φορὰ εἶπε: «Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς …». Ἀργότερα τονίζει τὴ βεβαιότητά του «ὅτι προφήτης ἐστίν».

Τέλος, τὸν βρίσκει πάλι ὁ Χριστός, γιὰ νὰ τοῦ κάνει τὸ ἀποκαλυπτικὸ ἐρώτημα, «Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ;». Καὶ ὁ πρώην τυφλος τότε κατορθώνει νὰ δεῖ ὄχι μόνο τὸ ἐπίγειο, ἀλλὰ κὰι τὸ πνευματικὸ φῶς: «Πιστεύω, Κύριε∙ καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ».

 

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ