Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ 200η

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 2017

 

Πρὸς τὸν Ἱερὸ Κλῆρο καὶ τὸν εὐσεβῆ Λαὸ

τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

 

Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί,

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα, ὅλα πλέον ἔχουν τελειώσει. Ἡ ἀνθρώπινη κακία κατάφερε νά ἀτενίσει αὐτό πού ἡ πωρωμένη καρδιά εἶχε καιρό τώρα ποθήσει καί ἐπιμελημένα σχεδιάσει.

Ὁ Χριστός βρίσκεται στό Σταυρό. Στό Σταυρό τοῦ πόνου καί τῆς αἰσχύνης, ἀφοῦ ὁ σταυρικός θάνατος ἧταν ὁ πλεόν ἀτιμωτικός γιά τούς μεγαλύτερους ἐγκληματίες.

Ἐλάχιστες λέξεις βγῆκαν ἀπό τό πονεμένο πανάγιο στόμα τοῦ Χριστοῦ κατά τίς φοβερές ἐκεῖνες στιγμές τῆς σταυρώσεως.

Λίγο πρίν πεῖ τό «τετέλεσται» καί παραδώσει τό πνεῦμα Του, στρέφεται στούς ἀνάλγητους σταυρωτές Του καί λέγει «Διψῶ». Καί εἶναι φυσικό νά ἔχει σέ ὑπέρμετρο βαθμό τό αἴσθημα τῆς δίψας. Ἔχει περάσει τήν ὁλονύκτια ταλαιπωρία τῆς ἀνακρίσεως ἀπ΄τόν Ἄννα στόν Καϊάφα καί ἀπό ἐκεῖ στόν Πιλάτο. Διψᾶ ἀπό τήν ἐξαντλητική ὁδοιπορεία πρός τόν Γολγοθᾶ. Τά χείλη πού ξεδιψοῦσαν χρόνια τώρα τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων μέ τήν θεία διδασκαλία, φλογίζονται καί διψοῦν ἀπό τήν ἀκατάσχετη αἱμορραγία καί τήν ἀφυδάτωση τοῦ ὀργανισμοῦ.

Εἷναι ἀφόρητη ἡ δίψα Του τούτη τήν ὥρα, ὥστε νά ἰσχύουν γιά τόν Χριστό τά λόγια τοῦ ψαλμωδοῦ «ἡ γλῶσσα μου κεκόλληται τῷ λαρύγγι μου».

Παρότι ὅμως διψᾶ βασανιστικά ἀρνεῖται νά πιεῖ ‘’τόν οἶνον μετά χολῆς μεμιγμένον’’, πού τοῦ προσφέρουν οἱ σταυρωτές Του. Προτιμᾶ ἀπό τήν ἀνακούφιση ἐκείνου τοῦ ναρκωτικοῦ ποτοῦ τόν βασανισμό τῆς δίψας Του. Ποιός; Ἐκεῖνος πού πότισε μέ νερό ἀπό τήν πέτρα στήν ἔρημο τόν λαό τοῦ Ἰσραήλ. Ὅλα τά ὑποφέρει μέ ὑπομονή, καρτερία, σιωπή. Τά ραπίσματα, τό μαστίγωμα, τήν χλεύη, τό φραγγέλιο, τόν ἀκάνθινο στέφανο, τόν ἐμπαικτικό κάλαμο, τό μαρτύριο τοῦ Σταυροῦ.

Στή δίψα ὅμως σπάει τή σιωπή Του, γιατί αὐτή ἡ μικρή λέξη δέν κρύβει μέσα της ἁπλῶς τήν κατάθεση μιᾶς ἀνάγκης σωματικῆς, ἀλλά φανερώνει τήν ἄπειρη ἀγάπη πρός τό πλάσμα Του.

Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά πού στόν δημόσιο βίο Του ὁ Κύριος λέει τήν λέξη «Διψῶ». Στό πηγάδι τοῦ Πατριάρχου Ἰακώβ «δός μοι ὕδωρ ποιεῖν» παρακαλεῖ τήν Σαμαρείτιδα γυναίκα. Καί τά δύο «διψῶ» τοῦ Χριστοῦ τῆς Συχάρ καί τοῦ Σταυροῦ ἐκφράζουν τόν ἴδιο πόθο. Διψᾶ τήν σωτηρία μιᾶς ἀλλοεθνοῦς γυναίκας, τώρα τῶν Σταυρωτῶν Του καί ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

Στήν πρώτη παράκληση Του μιά καλοπροαίρετη ψυχή ἡ Σαμαρείτιδα ἀνταποκρίθηκε ὁλόψυχα καί ἀπήλαυσε τήν σωτηρία. Κάθε Μεγάλη Παρασκευή ὁ κρεμάμενος ἐπί ξύλου Κύριος στέκεται ἀπέναντι μας καί προφέρει μέ πόνο τήν ἴδια λέξη «Διψῶ».

Ὁ Χριστός διψᾶ τήν σωτηρία μας, τήν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί τίποτα μά τίποτα ἄλλο δέν θά ξεδιψοῦσε αὐτή Του τήν δίψα, ὅσο οἱ σταλαγματιές τῶν δακρύων τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας μας, τῆς ἐπιστροφῆς μας κοντά σ’ Ἐκεῖνον. Καί ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας «Δέξαι Κύριε τάς πηγάς τῶν δακρύων καί σῶσον ἡμᾶς ὡς φιλάνθρωπος».

 

Διάπυρος πρός τόν Παθόντα καί Ταφέντα Κύριον εὐχέτης

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

Ο ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΕΩΡΙΟΥ

ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ