Πρὸς τὸν Ἱερὸ Κλῆρο καὶ τὸν εὐσεβῆ Λαὸ

τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

 

Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί,

Κατά τήν ἡμέρα τῆς Εἰσόδου τοῦ Κυρίου μας στά Ἱεροσόλυμα σείστηκε ὁ τόπος ἀπό τήν ὑποδοχή πού τοῦ ἐπεφύλαξε ὁ λαός. Ἄνθρωποι κάθε ἡλικίας καί κοινωνικῆς τάξεως, ἀκόμη καί μικρά παιδιά «ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ».

Καί ὅταν ἔφθασε καθισμένος στό μικρό ὑπομονετικό ζῶο ὅλο τό πλῆθος τόν ἐπευφήμησε σάν βασιλιά, σάν σωτῆρα καί λυτρωτή. Τό «ὠσαννά εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος» ἦταν μιά ἰαχή πού ἀντηχοῦσε στήν ἁγία πόλη.

Ἔριχναν τά ροῦχα τους στό δρόμο γιά νά περάσει ἀπό πάνω τους ὁ Χρστός καί ἔσειαν τά βαΐα τῶν φοινίκων θριαμβευτικά γιά νά τόν καλωσορίσουν.

Ὅμως ὅλα αὐτά ἦταν ἐκδηλώσεις πού δέν εἶχαν σχέση μέ τήν ἀλήθεια. Ἦταν ζυμωμένες μέ τήν ἰδιοτέλεια, τό συμφέρον, μέ αὐτά πού περιορίζονται στή γῆ.

Οἱ ἐκδηλώσεις αὐτές δέν ζύγιζαν αἰωνιότητα, δέν ταίριαζαν σ’ Ἐκεῖνον πού ἦλθε «διακονῆσαι» καί ὄχι «διακονηθῆναι».

Ἄλλα λοιπόν λόγια εἶχαν στά χείλη τους καί ἄλλους λογισμούς εἶχε ἡ ψυχή τους. Γι’ αὐτό καί ὁ Προφήτης Ἠσαΐας ὀκτακόσια χρόνια πρίν εἶπε γιά τό Χριστό. «Ὁ λαός οὗτος ταῖς χείλεσι μέ τιμᾶ, ἡ δέ καρδία αὐτοῦ πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ.

Καί τά λόγια αὐτά ἀπαράλλακτα ταιριάζουν καί γιά τούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας.

Ὁ Θεός δημιούργησε ἀπό ἀγάπη τόν ἔναστρο οὐρανό, τήν ἀνθοστόλιστη γῆ, τήν ἀχανή θάλασσα, τά δασοσκέπαστα καί χιονοσκέπαστα βουνά, καί ἐμεῖς αὐτήν τήν δημιουργία τήν καταστρέφουμε μέ κίνητρο ἤ τήν ἀδιαφορία μας ἤ τήν πλεονεξία μας.

Δημιουργεῖ μέ ἰδιαίτερο τρόπο τόν ἄνθρωπο, γιά νά δείξει καί μέ αὐτό τήν μεγαλύτερη ἀξία του. Πρῶτα ἐτοιμάζει τήν τράπεζα καί ὕστερα προσκαλεῖ τόν συνδετημόνα, λέει ὁ Μέγας Βασίλειος.

Καί ἐνῶ δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπο βραχύ τι παρ“ γγέλους δηλαδή λίγο κατώτερο ἀπό τούς ἀγγέλους, ὁ ἄνθρωπος τόν συλλαμβάνει ὡς κακούργο καί τόν σταυρώνει σάν ληστή ἀνάμεσα σέ δύο ἄλλους.

Κατέστησε τόν ἄνθρωπο κύριο ὅλης τῆς κτίσεως καί ὁ ἄνθρωπος ἀντί νά ἐκφράσει γι΄ αὐτά τήν τιμή καί τήν εὐγνωμοσύνη μέ τά ἴδια του τά χέρια τόν ράπισε, τόν μαστίγωσε καί τόν καθήλωσε στόν Σταυρό.

Γεμίζουν οἱ Ἐκκλησίες τήν Μ. Πέμπτη, τήν Μ. Παρασκευή. Ἀκοῦμε τόν θαυμάσιο ὕμνο ‘’τόν νυμφώνα σου βλέπω’’, ἀναγνωρίζουμε ὅτι ‘’ἔνδυμα οὐκ ἔχω’’, ψάλουμε μέ τά χείλη ‘’λάμπρυνόν μου τήν στολή τῆς ψυχῆς’’, ἀλλά δέν ένδιαφερόμαστε γι΄ αὐτή τή στολή πού ἔχει σχέση μέ τήν φιλανθρωπία, τήν ἀκλόνητη πίστη, τήν εἰλικρινή μετάνοια. Συγκινούμαστε ἀπό τό τροπάριο τῆς Κασσιανῆς τήν Μ. Τρίτη πού ἔχει ὡς περιεχόμενο τήν μετάνοια, πόσο ὅμως μετανοοῦμε.  Ψάλλουμε ‘’δόξα τῆ μακροθυμία σου Κύριε, δόξα σοι’’ καί ὅμως κρατοῦμε στήν ψυχή μας τό μῖσος, τόν φθόνο, τήν ζήλια γιά τόν συνάθρωπό μας.

Δίκαιο λοιπόν τό παράπονο τοῦ Κυρίου:

Μέ ὀνομάζετε ὁδό καί δέν μέ βαδίζετε

Μέ ὀνομάζετε ἀλήθεια καί δέν μέ πιστεύετε

Μέ ὀνομάζετε παντοδύναμο, ἀλλά δέν μέ ἐμπιστεύεστε

Μέ ὀνομάζετε πατέρα, ἀλλά δέν θέλετε νά εἶστε παιδιά μου

Με ὀνομάζετε σωτῆρα, ἀλλά δέν θέλετε τήν σωτηρία σας

Μέ ὀνομάζετε βασιλιά, μού ἔχετε ὅμως ἀφαιρέσει τό στέμμα καί τοποθετήσατε τό ἀκάνθινο στεφάνι.

‘’Πύλας Ἐδέμ ἤνοιξε ὁ ληστής βαλών κλείδα τό μνήσθητι μου’’ ἀκούσαμε χθές βράδυ στήν ἀκολουθία τῶν Παθῶν. Αὐτή τήν κλείδα τό ‘’μνήσθητι μου Κύριε’’ νά χρησιμοποιήσουμε καί ἐμεῖς ἀδελφοί μιμούμενοι τήν μετάνοια τοῦ ληστή.

Διάπυρος πρός τόν Παθόντα καί Ταφέντα Κύριον εὐχέτης

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

Ο ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΕΩΡΙΟΥ

ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ